ΞΕΠΛΥΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
Λογιστές Υπόχρεοι για "Ξέπλυμα" Χρήματος
Αυτό αναφέρεται στην ΠΟΛ. 1067/5.4.2011 που αφορά την αποστολή αναφορών στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας.
Το πλήρες κείμενο της εγκυκλίου έχει ως εξής:
«Σε συνέχεια της εγκυκλίου ΠΟΛ. 1127/31.8.2010, με την οποία κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του ν. 3691/2008 “Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ 166 Α'Α) και παρασχέθηκαν οδηγίες για την εφαρμογή τους και με αφορμή ερωτήματα που τέθηκαν στην υπηρεσία μας αναφορικά με το παραπάνω θέμα, παραθέτουμε τις ακόλουθες πρόσθετες διευκρινίσεις:
Η υποχρέωση των υπόχρεων προσώπων και των υπαλλήλων τους, στους οποίους περιλαμβάνονται τα διευθυντικά στελέχη, να ενημερώνουν αμελητί, με δική τους πρωτοβουλία, την Επιτροπή Kαταπολέμησης της Nομιμοποίησης Eσόδων από Eγκληματικές Δραστηριότητες και Xρηματοδότησης της Tρομοκρατίας (Επιτροπή άρθρου 7 του ν. 3691/2008), όταν γνωρίζουν ή έχουν σοβαρές ενδείξεις ή υποψίες ότι διαπράττεται ή επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ορίζεται με τις διατάξεις της περ. α'Α της παραγράφου 1 του άρθρου 26 του ν. 3691/2008.
Σημειώνεται ότι, με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3932/2011 (ΦΕΚ Α'Α 49) συστάθηκε η “Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης” (εφεξής Αρχή του άρθρου 7 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει) και όπου στον ν. 3691/2008 γίνεται αναφορά στην “Επιτροπή” ή στην “Επιτροπή του άρθρου 7”, νοείται η Α'Α Μονάδα της Αρχής του άρθρου 2 του ν. 3932/2011.
Επιπλέον, με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις ε'Α, στ'Α και ιγ'Α της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ως άνω ν. 3691/2008, μεταξύ των οποίων οι λογιστές που δεν συνδέονται με σχέση εξηρτημένης εργασίας και οι ιδιώτες ελεγκτές, οι φορολογικοί ή φοροτεχνικοί σύμβουλοι και οι εταιρίες φορολογικών ή φοροτεχνικών συμβουλών, καθώς και οι συμβολαιογράφοι και δικηγόροι κατά την έννοια της ως άνω περίπτωσης ιγ'Α, δεν υπόκεινται στις παραπάνω υποχρεώσεις όσον αφορά τις πληροφορίες που λαμβάνουν από ή σχετικά με πελάτη τους, κατά τη διαπίστωση της νομικής θέσης του πελάτη ή όταν τον υπερασπίζονται ή τον εκπροσωπούν στο πλαίσιο ή σχετικά με δίκη, συμπεριλαμβανομένων των συμβουλών για την κίνηση ή την αποφυγή δίκης, ανεξαρτήτως αν οι πληροφορίες λαμβάνονται πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τη δίκη.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της περ. γ'Α του άρθρου 29 του ίδιου ως άνω ν. 3691/2008 ορίζεται η υποχρέωση των υπόχρεων προσώπων να υποβάλλουν στην Επιτροπή του άρθρου 7 του νόμου αυτού (νυν Αρχή του άρθρου 7 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει) αναφορές ύποπτων συναλλαγών που ενδέχεται να συνδέονται με αδικήματα φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, καθώς και με λοιπά αδικήματα αρμοδιότητας ελέγχου του ΣΔΟΕ που υπάγονται στα βασικά αδικήματα του άρθρου 3 του ίδιου νόμου (δηλαδή όλα τα αδικήματα που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, πλην των περιπτώσεων α'Α, β'Α και ιγ'Α, κατά το μέρος που από τη διάπραξή τους προκύπτει οικονομικό όφελος).
Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να υποβάλλουν αναφορά στην Αρχή του άρθρου 7 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, όταν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αντιλαμβάνονται ύποπτες συναλλαγές, δηλαδή συναλλαγές οι οποίες ενδεχομένως υποκρύπτουν νομιμοποίηση προϊόντος εγκλήματος (μετατροπή, μεταβίβαση, κατοχή, χρησιμοποίηση κ.λπ.), το οποίο μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε εγκληματική δραστηριότητα, από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 3 του ν. 3691/2008 (π.χ. δωροδοκία, σωματεμπορία, εμπορία ναρκωτικών, φοροδιαφυγή που συνιστά φορολογικό αδίκημα, αδικήματα λαθρεμπορίας κ.λπ.), και όχι για αυτήν καθ'Α αυτή την εγκληματική πράξη. Συνεπώς, αντικείμενο αναφορών των υπόχρεων προσώπων θα πρέπει να αποτελεί η χρήση του προερχόμενου από εγκληματική δραστηριότητα προϊόντος με σκοπό τη νομιμοποίησή του και όχι η τέλεση συγκεκριμένης και εξειδικευμένης αξιόποινης πράξης (π.χ. απάτη ή υπεξαίρεση ή κλοπή κ.λπ.), για την τέλεση της οποίας αρκεί απλή και γενική υπόνοια.
Παραδείγματα:
α) Οι λογιστές - ελεύθεροι επαγγελματίες, οι ιδιώτες ελεγκτές και οι φορολογικοί ή φοροτεχνικοί σύμβουλοι δεν είναι υποχρεωμένοι να αναφέρουν στην Αρχή του άρθρου 7 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, περιπτώσεις ενδεχόμενης φοροδιαφυγής ή δωροδοκίας ή λαθρεμπορίας που υποπίπτουν στην αντίληψή τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά μόνο περιπτώσεις ενδεχόμενης νομιμοποίησης εσόδων (ξέπλυμα χρήματος) που προέρχονται από τη συγκεκριμένη εγκληματική δραστηριότητα.
Eτσι, για παράδειγμα, όταν λογιστές παρατηρήσουν, κατά την άσκηση της εργασίας τους, ότι πελάτες τους ενδεχομένως προβαίνουν σε πράξεις φοροδιαφυγής γενικώς (π.χ. δεν έχουν αποδώσει τους οφειλόμενους φόρους), δεν αποστέλλουν σχετική αναφορά στην Aρχή του άρθρου 7 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει. Αντιθέτως, όταν διαπιστώσουν περίπτωση φοροδιαφυγής (π.χ. μη απόδοση ΦΠΑ) εκ μέρους πελάτη τους και ταυτόχρονα αγορά από τον ίδιο κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, τότε οφείλουν να αποστείλουν σχετική αναφορά στην ανωτέρω Αρχή.
β) Οι κτηματομεσίτες, όταν μεσολαβούν στη μεταβίβαση ακινήτων και, από τις γενικές πληροφορίες που συλλέγουν για τους πελάτες τους με βάση τις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται από τον ν. 3691/2008, αποκομίζουν την εντύπωση ότι η γενική οικονομική κατάσταση κάποιου πελάτη δεν δικαιολογεί το ύψος της συναλλαγής, τότε οφείλουν να αποστείλουν σχετική αναφορά στην Αρχή του άρθρου 7 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει.
γ) Εάν έμποροι αγαθών μεγάλης αξίας, π.χ. έμποροι πολυτελών αυτοκινήτων, κατά το άρθρο 5, παρ. 1 περ. ι'Α του ν. 3691/2008 (σχετική η ΚΥΑ 1077797/20542/ΔΕ-Ε/8.6.2010), διαπιστώσουν επιμονή του πελάτη για αγορά αυτοκινήτου τοις μετρητοίς, παρά μάλιστα τη σχετική απαγόρευση με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 20 του ν. 3842/2010 (σχετική η ΑΥΟ/ΠΟΛ.1027/9.2.2011), τότε οφείλουν να αναφέρουν το γεγονός στην Αρχή του άρθρου 7 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, διότι στην περίπτωση αυτή ενδέχεται να υποκρύπτεται απόπειρα ξεπλύματος χρήματος.
Τα ίδια ως άνω ισχύουν αναλογικά και για τα λοιπά υπόχρεα πρόσωπα αρμοδιότητας Γενικής Δ/νσης Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, ήτοι οίκους δημοπρασίας, εκπλειστηριαστές και ενεχυροδανειστές.
σχετικό link : http://www.express.gr/news/finance/452897oz_20110407452897.php3